αποκτώ
ρήμα1. Εξασφαλίζω για τον εαυτό μου την κυριότητα ή την κατοχή ενός αντικειμένου, δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου.
2. Γίνεται δική μου μια ικανότητα, γνώση, συνήθεια ή χαρακτηριστικό μέσω μάθησης, εξάσκησης ή εμπειρίας.
Συνώνυμα
παίρνω λαμβάνω κτάομαι εξασφαλίζω αποκομίζω κερδίζω προμηθεύομαι παραλαμβάνω πετυχαίνω προσπορίζομαι μαθαίνω αγοράζω κατακτώ κατοχυρώνω οικειοποιούμαι συλλέγω συγκεντρώνω αποσπώ αρπάζω τσιμπάω έχω κατορθώνω κατέχω ανακτώ επιτυγχάνω υιοθετώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σιγά σιγά αποκτώ αυτοπεποίθηση στη δουλειά.
- Με τη σκληρή μελέτη αποκτώ γνώσεις στον τομέα μου.
- Τελικά αποκτώ το διαμέρισμα που ήθελα.
- Αυτόν τον μήνα αποκτώ πρόσβαση στο καινούριο σύστημα.
- Με τον καιρό αποκτώ μια νέα συνήθεια.
- Μετά την έκθεση στο μικρόβιο αποκτώ μια μόλυνση.