απλότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό του να είναι απλό, χωρίς περιττή πολυπλοκότητα, λεπτομέρειες ή στολισμό, και εύκολο στην κατανόηση ή στην εφαρμογή.
2. Η ευκολία στη χρήση ή στην εκτέλεση που προκύπτει από την απουσία δυσνόητων ή περιττών στοιχείων.
Συνώνυμα
απλοσύνη ανεπιτήδευση λιτότητα φυσικότητα αμεσότητα ευθύτητα μινιμαλισμός ασκητικότητα σεμνότητα απλοϊκότητα αφέλεια σαφήνεια οικονομία ευκολία αγνότητα αθωότητα ταπεινότητα μετριοφροσύνη ταπεινοφροσύνη
Αντώνυμα
πολυπλοκότητα περιπλοκότητα συνθετότητα επιτήδευση σόου φιέστα μεγαλοπρέπεια περιπλοκή περιτεχνία πολυτέλεια στολισμός καλλωπισμός διακόσμηση δυσχέρεια κλάση πρόκληση τελετουργία τεχνοτροπία κόπος στυλ επίδειξη ζόρι τεχνική θέαμα ύφος δυσκολία σκηνικό φιγούρα πυροτέχνημα αλαζονεία πανουργία υπεροψία διακοσμητικότητα ελιγμός ιδιαιτερότητα τρικ μαγεία μπελάς τελετή περίσταση παζλ τέχνασμα δολιότητα δολοπλοκία λεπτότητα ποικιλία μεμψιμοιρία
Παραδείγματα χρήσης
- Η απλότητα του σχεδίου τόνιζε την κομψότητά του.
- Η απλότητα της λύσης μείωσε τα λάθη και εξοικονόμησε χρόνο.
- Η απλότητα της συμπεριφοράς της κέρδισε την εμπιστοσύνη των άλλων.
- Η απλότητα της γλώσσας στο κείμενο κάνει το νόημα προσιτό.
- Η απλότητα στην καθημερινή ζωή του έφερε γαλήνη.