απαγόρευση
ουσιαστικόΠράξη, μέτρο ή κατάσταση κατά την οποία η διενέργεια, χρήση ή κυκλοφορία κάτι κηρύσσεται μη επιτρεπτή από κανόνες, νόμους ή εξουσία, με σκοπό τον περιορισμό ή την αποτροπή.
Συνώνυμα
απαγορευτικό περιορισμός αποκλεισμός εμπόδιση αναστολή διάταγμα μπλόκο αποτροπή κώλυμα εμπάργκο βέτο εμπόδιο κόψιμο φρένο
Αντώνυμα
άδεια ελευθερία παραίνεση ένταλμα εισιτήριο χρήση δικαίωμα έγκριση εφαρμογή ελευθεροποίηση πάσο άνοιγμα χαλάρωση αποδέσμευση νομιμοποίηση πρόσβαση ελευθέρωση διάβαση διάδοση διέλευση εξουσιοδότηση εορτασμός θεώρηση παραθυράκι παραχώρηση παροχή προτροπή συνταγή χορήγηση συμβουλή πύλη επιταγή πρόσκληση ευλογία δυνατότητα απελευθέρωση σύσταση συναίνεση δημοσίευμα οδός έκδοση ανταμοιβή μετάδοση
Παραδείγματα χρήσης
- Η απαγόρευση του κυνηγιού ισχύει όλο το χειμώνα.
- Επιβλήθηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά το συμβάν.
- Στην είσοδο υπάρχει πινακίδα που δηλώνει απαγόρευση εισόδου.
- Οι γονείς επέβαλαν απαγόρευση στη χρήση κινητών κατά τη διάρκεια του φαγητού.
- Η απαγόρευση αλιείας βοήθησε στην ανάκαμψη των τοπικών αποθεμάτων.