απίθανος

επίθετο

1. Που έχει πολύ μικρή πιθανότητα να συμβεί ή να είναι αληθινό.

2. Που προκαλεί έντονη έκπληξη ή θαυμασμό λόγω ασυνήθιστων, εξαιρετικών ή εντυπωσιακών χαρακτηριστικών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι απίθανο να βρέξει σήμερα.
  • Ο Γιάννης είναι πραγματικά απίθανος στο ποδόσφαιρο.
  • Ήταν μια απίθανη ιδέα που μας έσωσε την κατάσταση.
  • Οι ηθοποιοί στο έργο ήταν απίθανοι.
  • Η δικαιολογία που έδωσε ήταν απίθανη και κανείς δεν την πίστεψε.