απέχθεια
ουσιαστικόΈντονο και συχνά διαρκές συναίσθημα αρνητικής στάσης προς πρόσωπο, πράξη ή ιδέα, το οποίο εκδηλώνεται με ανάγκη απομάκρυνσης, έντονη δυσφορία και επανειλημμένη αποφυγή κάθε επαφής.
Συνώνυμα
αποστροφή αηδία αντιπάθεια βδελυγμία βδέλυγμα απώθηση σιχασιά έχθρα μίσος περιφρόνηση βδελυρότητα φρίκη μπλιαχτίλα απροθυμία καταφρόνηση
Αντώνυμα
συμπάθεια έλξη έφεση κλίση λατρεία λαχτάρα ροπή επιθυμία γούστο γοητεία τάση έρωτας αρέσκεια αγάπη στοργή προτίμηση αποδοχή σεβασμός εκτίμηση θαυμασμός έρως επιδίωξη ηδονή πόθος όρεξη εντύπωση πειρασμός ελκυστικότητα ευμένεια εύνοια συγκίνηση ανεκτικότητα ανοχή προδιάθεση αγκαλιά φιλοξενία οίκτος προσέλκυση
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθει απέχθεια για το ψέμα.
- Η ισχυρή απέχθεια του κοινού προς τη βία έγινε εμφανής.
- Ένιωσα απέχθεια όταν διάβασα τα στοιχεία της απάτης.
- Η δήλωσή του προκάλεσε απέχθεια και οργή στην κοινότητα.
- Ο δικαστής εξέφρασε απέχθεια για τις σκληρές μεθόδους των κατηγορουμένων.
- Η απέχθεια της για κάθε μορφή ρατσισμού ήταν ξεκάθαρη.