απάτη
ουσιαστικό1. Πράξη κατά την οποία κάποιος παραπλανεί με δόλο άλλα πρόσωπα, παρουσιάζοντας ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία προκειμένου να αποκομίσει οικονομικό ή άλλο όφελος.
Συνώνυμα
εξαπάτηση απατεωνιά δόλος παραπλάνηση κομπίνα κοροϊδία κόλπο παγίδα πλεκτάνη νοθεία λαθροχειρία ψευτιά μαϊμού τεχνάσμα σκευωρία πλάνη ψέμα τέχνασμα τρικ ψευδολογία ψεύδος ανεντιμότητα δολιότητα μπλόφα πανουργία παρατυπία πονηριά υφαρπαγή φούσκα φάρσα έγκλημα μάσκα προδοσία παραμύθι απιστία ψευδαίσθηση αναξιοπιστία δολοπλοκία εμπαιγμός υποκρισία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απάτη αποκαλύφθηκε μετά από διεξοδική έρευνα.
- Κατηγορήθηκε για απάτη σχετικά με τα οικονομικά της εταιρείας.
- Έπεσε θύμα απάτης μέσω email και έχασε χρήματα.
- Η σχέση του αποδείχθηκε μια απάτη.
- Το δικαστήριο τον καταδίκασε για απάτη.