απάτη

ουσιαστικό

1. Πράξη κατά την οποία κάποιος παραπλανεί με δόλο άλλα πρόσωπα, παρουσιάζοντας ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία προκειμένου να αποκομίσει οικονομικό ή άλλο όφελος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απάτη αποκαλύφθηκε μετά από διεξοδική έρευνα.
  • Κατηγορήθηκε για απάτη σχετικά με τα οικονομικά της εταιρείας.
  • Έπεσε θύμα απάτης μέσω email και έχασε χρήματα.
  • Η σχέση του αποδείχθηκε μια απάτη.
  • Το δικαστήριο τον καταδίκασε για απάτη.