αντιπαλότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση αντιπαράθεσης ή σύγκρουσης μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, ομάδων ή δυνάμεων, που προκύπτει από ανταγωνισμό, διαφωνίες ή αντικρουόμενα συμφέροντα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο ομάδων κορυφώθηκε στο τελευταίο λεπτό.
- Παρά την παλιά αντιπαλότητα, προσπάθησαν να συνεργαστούν για το κοινό καλό.
- Στην πολιτική σκηνή, η αντιπαλότητα για το νομοσχέδιο έγινε έντονη.
- Στο μυθιστόρημα, η αντιπαλότητα ανάμεσα στους χαρακτήρες τροφοδοτεί την πλοκή.
- Στον επιχειρηματικό χώρο, η αντιπαλότητα για τα μερίδια αγοράς οδήγησε σε νέες στρατηγικές.