ανθρώπινος
επίθετο1. Που ανήκει στον άνθρωπο ή αφορά τον άνθρωπο ως βιολογικό, ψυχολογικό ή κοινωνικό ον.
2. Που εκφράζει συμπόνια, καλοσύνη, τρυφερότητα ή σεβασμό προς άλλους ανθρώπους.
Συνώνυμα
ανθρωπινός ανθρωπόμορφος ανθρωποειδής ανθρωπιστικός φιλάνθρωπος συμπονετικός ευσπλαχνικός επιεικής ανθρωπικός συμπαθητικός θνητός εγκάρδιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται νερό και ξεκούραση.
- Ήταν μια πραγματικά ανθρώπινη πράξη να βοηθήσει τους πρόσφυγες.
- Κάθε σύστημα έχει ανθρώπινα όρια και αδυναμίες.
- Έκανε ένα απλό ανθρώπινο λάθος.
- Η πόλη σχεδιάστηκε σε ανθρώπινη κλίμακα για τους πεζούς.