θνητός
επίθετο1. Που υπόκειται στον θάνατο, έχει περιορισμένη διάρκεια ζωής και μπορεί να πεθάνει.
2. Που χαρακτηρίζεται από περατότητα ή περιορισμένη διάρκεια ύπαρξης ή λειτουργίας, χρησιμοποιούμενο και με μεταφορική σημασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θνητός άνθρωπος φοβάται την αιωνιότητα.
- Οι θνητοί δεν μπορούν να αποφύγουν το τέλος.
- Η θνητή φύση της ζωής μας δίνει αξία στις στιγμές.
- Έκανε ένα θνητό λάθος και το αναγνώρισε αμέσως.
- Οι θεοί έδειξαν έλεος στους θνητούς που υπέφεραν.