βρικόλακας
ουσιαστικό1. Υπερφυσικό ή μυθικό πλάσμα, συνήθως νεκρός που επιστρέφει στη ζωή και τρέφεται κυρίως με ανθρώπινο ή ζωικό αίμα, δρα κυρίως τη νύχτα και συχνά αποφεύγει το ηλιακό φως.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βρικόλακας εμφανίστηκε στο παλιό κάστρο τη νύχτα.
- Στο μυθιστόρημα, ο βρικόλακας συμβολίζει το ανεπούλωτο παρελθόν της ηρωίδας.
- Η υπερβολική δόση χρεώσεων έγινε βρικόλακας που άδειασε το πορτοφόλι μου.
- Τον αποκάλεσαν βρικόλακα επειδή εκμεταλλευόταν τους συναδέλφους του.
- Πολλοί φοβούνται ότι ο νέος επενδυτής θα γίνει ο βρικόλακας της τοπικής οικονομίας.