αναζωογόνηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της επαναφοράς ή αύξησης της ζωτικότητας, της ενέργειας ή της ζωής σε οργανισμό, άτομο ή σύστημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναζωογόνηση του ασθενούς ξεκίνησε αμέσως από το νοσηλευτικό προσωπικό.
  • Η αναζωογόνηση του ιστορικού κέντρου προσέλκυσε νέες επιχειρήσεις και επισκέπτες.
  • Οι εκστρατείες για την αναζωογόνηση των δασών περιλαμβάνουν δενδροφυτεύσεις και προστασία του εδάφους.
  • Η επένδυση έδωσε ώθηση στην αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας.
  • Η έξοδος στο βουνό έφερε αναζωογόνηση στη διάθεση και τις δυνάμεις της.