αδιάλλακτος
επίθετοΠου δεν δέχεται εύκολα να αλλάξει γνώμη, θέση ή στάση και επιμένει με σταθερότητα στις απόψεις ή στις απαιτήσεις του.
Συνώνυμα
ανυποχώρητος ασυμβίβαστος αδιάλλαχτος ανένδοτος αυστηρός άκαμπτος άτεγκτος σθεναρός αδιαπραγμάτευτος ανελαστικός αμετακίνητος ακλόνητος σκληρός πεισματάρης ξεροκέφαλος πείσμων μαχητικός στενόμυαλος φανατικός απόλυτος αμείλικτος αποφασιστικός αδάμαστος ανελέητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής έμεινε αδιάλλακτος στις διαπραγματεύσεις και δεν δέχτηκε καμία αλλαγή.
- Παρόλο που του εξήγησαν το λάθος, εκείνος παρέμεινε αδιάλλακτος στη θέση του.
- Η στάση της ήταν τόσο αδιάλλακτη που κανείς δεν κατάφερε να τη μεταπείσει.
- Οι αδιάλλακτοι διαδηλωτές αρνήθηκαν να κάνουν πίσω από τα αιτήματά τους.
- Σε τέτοια θέματα δεν είναι καλό να είσαι αδιάλλακτος και να αποκλείεις κάθε συμβιβασμό.