έριδα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση έντονης σύγκρουσης ή διαφωνίας μεταξύ προσώπων ή ομάδων, που εκδηλώνεται με λόγια ή πράξεις.

2. Αντιπαράθεση για ζήτημα συμφερόντων, κύρους ή δικαιωμάτων, με σκοπό την υπεράσπιση θέσης ή την απόκτηση πλεονεκτήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έριδα ανάμεσα στους δύο φίλους έληξε με συγγνώμη.
  • Η έριδα για τα σύνορα ανάμεσα στις δύο χώρες κλιμακώθηκε.
  • Η έριδα για την κληρονομιά διήρκεσε χρόνια.
  • Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί η έριδα για το νομοσχέδιο.
  • Ο ποιητής αναφέρθηκε στην έριδα ως πηγή έμπνευσης.