έργο

ουσιαστικό

1. Σχεδιασμένη και οργανωμένη σειρά δραστηριοτήτων με συγκεκριμένο σκοπό και χρονικά, οικονομικά ή ποιοτικά όρια, που αποσκοπεί στην ολοκλήρωση συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έργο του ζωγράφου κέρδισε πολλά βραβεία.
  • Η ομάδα ολοκλήρωσε το έργο μέσα στην προθεσμία.
  • Το νέο έργο στο λιμάνι προκάλεσε κυκλοφοριακές αλλαγές.
  • Ο καθηγητής ανέθεσε ένα έργο για το Σαββατοκύριακο.
  • Το φιλανθρωπικό έργο της οργάνωσης βοήθησε πολλούς ανθρώπους.