έκσταση

ουσιαστικό

1. Έντονη ψυχική κατάσταση βαθιάς συγκίνησης και ευφορίας κατά την οποία το άτομο χάνει προσωρινά την αίσθηση του εαυτού και του περιβάλλοντος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έκσταση που ένιωθε στη συναυλία φαινόταν στα μάτια της.
  • Κατά τη διάρκεια της προσευχής βίωσε έκσταση.
  • Μόλις άκουσε τα νέα, έμεινε σε έκσταση από την έκπληξη.
  • Ο ασθενής μπήκε σε έκσταση, και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια.
  • Η έκσταση που προκαλούσε το ναρκωτικό κράτησε μόνο λίγα λεπτά.