έκσταση
ουσιαστικό1. Έντονη ψυχική κατάσταση βαθιάς συγκίνησης και ευφορίας κατά την οποία το άτομο χάνει προσωρινά την αίσθηση του εαυτού και του περιβάλλοντος.
Συνώνυμα
ευφορία εκστασιασμός αγαλλίαση έξαψη συναρπασμός μέθη παραφορά νιρβάνα τρανς οργασμός φρενίτιδα χαρά ενθουσιασμός ανάταση οίστρος παραλήρημα παράκρουση καύλα έκπληξη θαυμασμός αγάπη διέγερση ευφροσύνη ναρκωτικό συναίσθημα πάθος πυρετός εγκεφαλικό αποθέωση καθήλωση παροξυσμός συγκίνηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έκσταση που ένιωθε στη συναυλία φαινόταν στα μάτια της.
- Κατά τη διάρκεια της προσευχής βίωσε έκσταση.
- Μόλις άκουσε τα νέα, έμεινε σε έκσταση από την έκπληξη.
- Ο ασθενής μπήκε σε έκσταση, και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια.
- Η έκσταση που προκαλούσε το ναρκωτικό κράτησε μόνο λίγα λεπτά.