ναρκωτικό

ουσιαστικό

1. Ουσία, φυσική ή συνθετική, που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα προκαλώντας νάρκωση, καταστολή, ανακούφιση από τον πόνο ή αλλαγή της ψυχικής κατάστασης.

Συνώνυμα

ψυχοδραστικό ουσία φάρμακο αναισθητικό οπιοειδές ηρεμιστικό νάρκη υπνωτικό παραισθησιογόνο αμφεταμίνη μεθαμφεταμίνη ηρωίνη κοκαΐνη όπιο χασίς χόρτο μαριχουάνα κρακ έκσταση πρέζα σκόνη

Αντώνυμα

διεγερτικό αντίδοτο βιταμίνη τροφή

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι έμποροι πουλούσαν το ναρκωτικό στην πλατεία.
  • Ο γιατρός χορήγησε ένα ναρκωτικό πριν από την επέμβαση.
  • Η εξάρτηση από το ναρκωτικό κατέστρεψε τη ζωή του.
  • Οι αρχές κατάσχεσαν το ναρκωτικό και συνέλαβαν τους υπόπτους.
  • Η βαρετή ομιλία λειτούργησε σαν ναρκωτικό για το ακροατήριο.