έδαφος
ουσιαστικό1. Το επιφανειακό στρώμα της γης που αποτελείται από μείγμα ορυκτών σωματιδίων, οργανικής ύλης, νερού και αέρα, ικανό να θρέφει και να στηρίζει τη βλάστηση και τους μικροοργανισμούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
θάλασσα πέλαγος κρεβάτι χάρτης πλοίο ταράτσα πάγκος κτίριο τραπέζι κούνια πύραυλος θρόνος πύργος λάκκος βάθρο καΐκι κοντάρι κτίσμα οικοδόμημα πέτρωμα παγκάκι πολυθρόνα ρουκέτα σκάφη άσφαλτος βάραθρο κανό κτήριο ράφι σκαλοπάτι σκάμμα νερό αέρας ουρανός πόντος σκάφος διαμέρισμα βάρκα όροφος στέγη κατάστρωμα οροφή ποταμός μπαλκόνι σκαμνί σπηλιά οικοδομή σπήλαιο προβλήτα κασετίνα κουβούκλιο
Παραδείγματα χρήσης
- Το έδαφος του κήπου είναι πλούσιο σε θρεπτικά στοιχεία.
- Πρόσεχε να μην γλιστρήσεις πάνω στο βρεγμένο έδαφος.
- Το αεροσκάφος χάθηκε από τα ραντάρ μόλις πέρασε πάνω από το ξένο έδαφος.
- Η δημοσιοποίηση των στοιχείων έδωσε έδαφος για περαιτέρω συζήτηση.
- Οι γεωλόγοι μελέτησαν τα στρώματα του εδάφους για να κατανοήσουν την ιστορία της περιοχής.