κασετίνα
ουσιαστικό1. Μικρό κουτί ή θήκη, συνήθ. από ύφασμα, πλαστικό ή μέταλλο, που προορίζεται για τη φύλαξη και μεταφορά γραφικής ύλης όπως μολύβια, στυλό και γόμες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κασετίνα μου έπεσε και σκορπίστηκαν τα μολύβια.
- Φύλαξε τα καλλυντικά της στην κασετίνα.
- Άνοιξε την παλιά κασετίνα για να δει τα κοσμήματα.
- Έχει πάντα μια μικρή κασετίνα με φάρμακα στο αυτοκίνητο.
- Βρήκα μια κασετίνα με παλιές κασέτες στο πατάρι.
- Ο τεχνικός κουβαλούσε την κασετίνα με τα εργαλεία του.