ράφι
ουσιαστικό1. Οριζόντια επίπεδη επιφάνεια, συνήθως από ξύλο, μέταλλο ή γυαλί, προσαρτημένη σε τοίχο ή ενσωματωμένη σε έπιπλο, που χρησιμεύει για την τοποθέτηση, στήριξη και οργάνωση αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ράφι στο σαλόνι είναι γεμάτο βιβλία.
- Πήρα το βάζο από το ράφι της κουζίνας.
- Το ράφι στο σούπερ μάρκετ ήταν γεμάτο προσφορές.
- Βάλε το κουτί στο πάνω ράφι.
- Την πρόταση την έβαλαν στο ράφι και δεν την υλοποίησαν.