πάτωμα

ουσιαστικό

1. Οριζόντια επιφάνεια εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου πάνω στην οποία πατάνε τα πόδια και στηρίζονται αντικείμενα.

2. Το στρώμα ή υλικό που καλύπτει την παραπάνω επιφάνεια και καθορίζει την τελική υφή και εμφάνιση (π.χ. ξύλο, μάρμαρο, πλακάκι).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πάτωμα του σαλονιού είναι ξύλινο.
  • Μένω στο τρίτο πάτωμα.
  • Ο παλαιστής έριξε τον αντίπαλό του στο πάτωμα.
  • Πρόσεχε, το πάτωμα είναι βρεγμένο και γλιστράει.
  • Τα πατώματα του κτιρίου χρειάζονται βάψιμο.