πέλαγος
ουσιαστικό1. Μεγάλη, συνεχής έκταση αλμυρού νερού, συνήθως ανοιχτή και μακριά από τις ακτές.
2. Το τμήμα της θάλασσας που βρίσκεται σε βαθιά νερά και χαρακτηρίζεται από απουσία παράκτιων χαρακτηριστικών ή εμποδίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πέλαγος είναι γαλήνιο σήμερα.
- Το καράβι χάθηκε στο απέραντο πέλαγος.
- Ένιωσε ένα πέλαγος λύπης όταν άκουσε τα νέα.
- Η βιβλιοθήκη του ήταν ένα πέλαγος γνώσης.
- Κάθε πρωί περπατούσε στην ακρογιαλιά και κοιτούσε το πέλαγος.