στεριά
ουσιαστικό1. Τμήμα της γήινης επιφάνειας αποτελούμενο από έδαφος, βράχους και φυτική κάλυψη, που δεν καλύπτεται από θαλάσσιο ή γλυκό νερό.
2. Η ξηρά ως περιοχή σε σχέση με τη θάλασσα ή τα νησιά, το τμήμα γης που εκτείνεται πέρα από τις υδάτινες εκτάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
θάλασσα πέλαγος ωκεανός αέρας βαπόρι διώρυγα καΐκι λιμάνι πλεούμενο πλοιάριο πόντος ρέμα ρουκέτα σκάφη σκάφος διάστημα κόλπο νησί ουρανός βάρκα πισίνα ακτή πλοίο αποβάθρα ποταμός διαστημόπλοιο καράβι παραλία πύργος προβλήτα βάραθρο βαρκάκι βαρκούλα κανό λιμένας προκυμαία ρυάκι σκόπελος ακρογιαλιά νερό βυθός λίμνη ποτάμι πεδίο δίχτυ
Παραδείγματα χρήσης
- Η στεριά φάνηκε στον ορίζοντα μετά από ώρες στο πλοίο.
- Μετά από χρόνια στη θάλασσα, ήθελε επιτέλους να πατήσει στεριά.
- Όταν φτάσαμε στη στεριά, όλοι ανακουφιστήκαμε.
- Περπατήσαμε στη στεριά μέχρι το λιμάνι.
- Η στεριά της πατρίδας του ξύπναγε παιδικές αναμνήσεις.