άσφαλτος
ουσιαστικό1. Μαύρο ή σκούρο καφέ, κολλώδες και ιξώδες υλικό πλούσιο σε πίσσες, προκύπτον από διύλιση του πετρελαίου ή από φυσικές εναποθέσεις, που χρησιμοποιείται ως συγκολλητικό και στεγανωτικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εργολάβος έστρωσε άσφαλτο στον καινούργιο δρόμο.
- Μετά τη βροχή, η άσφαλτος γίνεται ολισθηρή.
- Η ζέστη έκανε την άσφαλτο να γυαλίζει σαν καθρέφτης.
- Περπατήσαμε πάνω στην άσφαλτο όλη τη διαδρομή.
- Στο εργαστήριο αναλύσαμε δείγμα άσφαλτου για την ποιότητά του.