κούνια

ουσιαστικό

1. Κάθισμα ή πλατφόρμα που κρέμεται από σχοινιά ή αλυσίδες και επιτρέπει την εμπρός–πίσω ή κυκλική κίνηση για ψυχαγωγία ή άσκηση, συνήθως τοποθετημένη σε παιδικές χαρές.

Συνώνυμα

κοιτίδα αιώρα κρεβατάκι κρεβάτι μήτρα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο πάρκο τα παιδιά έπαιζαν στην κούνια μέχρι να νυχτώσει.
  • Βάλαμε το νεογέννητο στην κούνια για να το νανουρίσουμε.
  • Η ηλεκτρική κούνια κουνά απαλά το μωρό όταν είναι ανήσυχο.
  • Από κούνια αγαπούσε τη μουσική και άκουγε τραγούδια κάθε μέρα.