πλαγιά
ουσιαστικόΚεκλιμένο μέρος του εδάφους που ανεβαίνει ή κατεβαίνει σταδιακά σε σχέση με το επίπεδο γύρω του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πλαγιά του βουνού ήταν γεμάτη πεύκα.
- Κατηφορίσαμε την απότομη πλαγιά με προσοχή.
- Στην ανατολική πλαγιά χιόνιζε ακόμα.
- Έχτισαν το σπίτι στην ηλιόλουστη πλαγιά του λόφου.
- Οι αγελάδες βοσκούσαν στις χαμηλές πλαγιές.
- Η κατολίσθηση έπληξε ολόκληρη την πλαγιά.