ράχη
ουσιαστικό1. Πίσω, ανώτερο τμήμα του σώματος ανθρώπου ή ζώου, από τους ώμους ως τη μέση, όπου βρίσκεται η σπονδυλική στήλη και οι παρακείμενοι μύες.
2. Μακρόστενη και ανυψωμένη κορυφογραμμή σε βουνό ή λόφο, η ακμή που διατρέχει το ύψωμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πονάει η ράχη μου μετά από τόση δουλειά.
- Καθίσαμε πάνω στη ράχη του λόφου για να δούμε το ηλιοβασίλεμα.
- Η ράχη του αλόγου ήταν ιδρωμένη μετά τη διαδρομή.
- Η ράχη του βιβλίου είχε ξεκολλήσει από τη συχνή χρήση.
- Η ράχη του βουνού χωρίζει τις δύο κοιλάδες.