άρχων
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που ασκεί πολιτική, διοικητική ή δικαστική εξουσία σε κράτος, πόλη ή κοινότητα.
2. Τίτλος σε ιστορικά πλαίσια (αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο) για δημόσιο λειτουργό ή υπεύθυνο με συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άρχων της πόλης κήρυξε νέο διάταγμα.
- Στη βυζαντινή γραμματεία αναφέρεται ο άρχων ως ανώτερος αξιωματούχος.
- Σε κάθε ομάδα υπήρχε ο άρχων που ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ των μελών.
- Τον σεβασμό του κοινού κέρδισε ο άρχων χάρη στη δικαιοσύνη του.
- Στον μύθο, ο άρχων των ανέμων είχε τη δύναμη να αλλάζει τους καιρούς.