λοχαγός
ουσιαστικόΑξιωματικός στρατιωτικής ιεραρχίας, συνήθως βαθμού μεταξύ υπολοχαγού και ταγματάρχη, που διοικεί λόχο ή αναλαμβάνει αντίστοιχες επιχειρησιακές και διοικητικές αρμοδιότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λοχαγός ανέλαβε τη διοίκηση της φρουράς.
- Ο λοχαγός Παπαδόπουλος έδωσε την εντολή.
- Η απόφαση του λοχαγού σφράγισε την έκβαση της επιχείρησης.
- Οι λοχαγοί παρέλασαν μπροστά στους επίσημους.
- Στην ομάδα ήταν ο λοχαγός που καθόριζε τα πάντα, σαν αρχηγός.