κουτάκι
άλλοΜικρό κουτί ή θήκη, συνήθως για να περιέχει ή να φυλάσσει κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κουτάκι περιείχε ένα παλιό δαχτυλίδι που βρήκα στο συρτάρι.
- Έριξα το άδειο κουτάκι του αναψυκτικού στον κάδο ανακύκλωσης.
- Έλεγξα το κουτάκι των εισερχομένων και βρήκα το σημαντικό μήνυμα.
- Έβαλα τα χάπια στο μικρό κουτάκι που μου έδωσε ο φαρμακοποιός.
- Το κουτάκι δώρου ήταν στολισμένο με κόκκινη κορδέλα.