μπερδεύομαι
ρήμα1. Χάνομαι στη σκέψη ή στην αντίληψη και δεν μπορώ να διακρίνω ή να θυμηθώ με σαφήνεια, με αποτέλεσμα αβεβαιότητα ή αδυναμία κατανόησης.
Συνώνυμα
συγχέομαι μπλέκω χάνομαι σαστίζομαι μπλοκάρομαι πελαγώνω προβληματίζομαι αποπροσανατολίζομαι εμπλέκομαι σκοτίζομαι κομπλάρω δυσκολεύομαι μπλέκομαι παρεξηγώ σκαλώνω σφάλλω ζαλίζομαι ταράζομαι λανθάνω αμφιβάλλω ανακατεύομαι
Αντώνυμα
καταλαβαίνω ξεκαθαρίζομαι διασαφηνίζομαι διευκρινίζομαι ξεμπερδεύομαι προσανατολίζομαι ξεμπερδεύω διαφωτίζομαι εστιάζομαι τακτοποιούμαι διακρίνω νοώ συνέρχομαι ξεκαθαρίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά μπερδεύομαι με τις οδηγίες του εγχειριδίου.
- Με όλα αυτά τα ονόματα μπερδεύομαι και δεν θυμάμαι ποιος είναι ποιος.
- Όταν βιάζομαι, μπερδεύομαι και κάνω λάθος αριθμούς.
- Με τα ακουστικά μέσα στην τσάντα μου μπερδεύομαι πάντα.
- Σε συζητήσεις για προσωπικά ζητήματα μπερδεύομαι και αποφεύγω να το σχολιάσω.