χημικός
άλλο1. Άτομο που ασχολείται επαγγελματικά ή επιστημονικά με τη χημεία, ειδικός στην έρευνα, τη διδασκαλία ή την εφαρμογή χημικών γνώσεων και μεθόδων.
2. Που σχετίζεται με τη χημεία, τα χημικά στοιχεία, ενώσεις, αντιδράσεις, ιδιότητες ή εφαρμογές τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χημικός αναλύει το δείγμα στο εργαστήριο.
- Οι χημικοί εργάζονται μαζί σε αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα.
- Το χημικό που προστέθηκε προκάλεσε έντονη αντίδραση.
- Η ασφάλεια στο εργαστήριο είναι ευθύνη κάθε χημικού.
- Ο εξοπλισμός του εργαστηρίου είναι χημικός.