συστηματικά
επίρρημα1. Με τρόπο οργανωμένο και σύμφωνα με προκαθορισμένο σχέδιο, όπου τα μέρη ή τα βήματα συνδέονται και λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα.
2. Με σταθερή επανάληψη και τακτικότητα, σε τακτά ή προκαθορισμένα διαστήματα.
Συνώνυμα
μεθοδικά τακτικά οργανωμένα σταθερά συντεταγμένα καθημερινά διεξοδικά ενδελεχώς προοδευτικά σχολαστικά προγραμματισμένα επιμελώς οργανωτικά συνεχώς διαρκώς εκτενώς λεπτομερώς αναλυτικά εσκεμμένα
Αντώνυμα
ασυστηματικά ακανόνιστα τυχαία ανοργάνωτα μεμονωμένα σποραδικά αποσπασματικά άτακτα περιστασιακά χαοτικά απρόβλεπτα βιαστικά αμελώς πρόχειρα παρορμητικά επιφανειακά αραιά σπάνια
Παραδείγματα χρήσης
- Μελέτησε το θέμα συστηματικά πριν βγάλει συμπέρασμα.
- Ο γιατρός παρακολουθεί συστηματικά την εξέλιξη της θεραπείας.
- Πρέπει να ασκείσαι συστηματικά για να δεις αποτέλεσμα.
- Η ομάδα κατέγραφε συστηματικά όλα τα δεδομένα του πειράματος.
- Οι αρχές ελέγχουν συστηματικά τα σχολεία για την τήρηση των κανόνων.