παρορμητικά
επίρρημα1. Με τρόπο που υπαγορεύεται από παρόρμηση, χωρίς προηγούμενη σκέψη ή επαρκή αυτοέλεγχο.
2. Με αυθόρμητη ένταση και γρήγορη απόκριση, συνήθως υπό την επίδραση ισχυρών συναισθημάτων ή στιγμιαίας ανάγκης.
Συνώνυμα
απερίσκεπτα αυθόρμητα απρόσεχτα ανεύθυνα ασυγκράτητα αψυχολόγητα βιαστικά σπασμωδικά παλαβιάρικα απρόβλεπτα τυφλά
Αντώνυμα
προσεκτικά ψύχραιμα συνειδητά υπολογισμένα μετρημένα συνετά σκόπιμα επιμελώς σκεπτικά μεθοδικά ήσυχα συστηματικά
Παραδείγματα χρήσης
- Απάντησε παρορμητικά και το μετάνιωσε την επόμενη μέρα.
- Αγόρασε παρορμητικά ένα ακριβό ρολόι χωρίς να το σκεφτεί.
- Η παρέα αποφάσισε παρορμητικά να φύγει για ένα ταξίδι το ίδιο βράδυ.
- Όταν άκουσε τα νέα, αντέδρασε παρορμητικά και είπε πράγματα που δεν εννοούσε.
- Ο οδηγός φρέναρε παρορμητικά για να αποφύγει το εμπόδιο.