επιφανειακά

επίρρημα

1. Με τρόπο που περιορίζεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή στην επιφάνεια ενός φαινομένου ή αντικειμένου, χωρίς βαθιά διερεύνηση ή λεπτομερή αντιμετώπιση.

2. Κατά μήκος ή πάνω στην εξωτερική επιφάνεια κάποιου σώματος, χωρίς διείσδυση στο εσωτερικό.

Συνώνυμα

επιφανειακώς ρηχά ρηχώς επιπόλαια φαινομενικά εξωτερικά πρόχειρα απλοϊκά σχηματικά περιληπτικά γιαλαντζί αόριστα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αν εξετάσεις το πρόβλημα επιφανειακά, μπορεί να χάσεις σημαντικές λεπτομέρειες.
  • Η μελέτη επικεντρώθηκε στα επιφανειακά σημάδια της φθοράς.
  • Η βαφή εφαρμόστηκε επιφανειακά, γι' αυτό χρειάστηκε περαιτέρω επεξεργασία.
  • Οι δοκιμές εντόπισαν μόνο επιφανειακά ρωγματώματα, χωρίς βαθιά βλάβη.
  • Μιλούσε για το συμβάν μόνο επιφανειακά κι απέφευγε τις λεπτομέρειες.