διεξοδικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που αναπτύσσει ή εξετάζει ένα θέμα μέχρι λεπτομερούς και πλήρους κάλυψης όλων των σημαντικών πτυχών.

2. Με εκτενή ανάπτυξη πληροφοριών ή επιχειρημάτων, ώστε να μην αφήνεται τίποτε αδιευκρίνιστο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

συνοπτικά περιληπτικά επιγραμματικά επιφανειακά σύντομα αδρομερώς βιαστικά φευγαλέα επιπόλαια ελλιπώς απλά χαλαρά

Παραδείγματα χρήσης

  • Συζήτησαν διεξοδικά το σχέδιο πριν το εγκρίνουν.
  • Ο δημοσιογράφος εξέτασε διεξοδικά τα έγγραφα και δημοσίευσε το ρεπορτάζ.
  • Η ομάδα έρευνας ανέλυσε διεξοδικά τα δεδομένα πριν καταλήξει σε συμπεράσματα.
  • Ο δικηγόρος παρουσίασε διεξοδικά τα επιχειρήματα στο δικαστήριο.
  • Μου εξήγησε διεξοδικά τη διαδικασία, ώστε να καταλάβω κάθε βήμα.