λεπτομερώς
επίρρημα1. Με τρόπο που περιλαμβάνει ή αναφέρεται στα επιμέρους στοιχεία, παρουσιάζοντας ακριβή και εκτενή πληροφορία.
2. Με προσοχή στην ακρίβεια και στην έκταση, ώστε να μην παραλείπεται καμία σημαντική λεπτομέρεια.
Συνώνυμα
αναλυτικά εξονυχιστικά ενδελεχώς διεξοδικά σχολαστικά εμβριθώς εκτενώς προσεκτικά επιμελώς κατατοπιστικά αναλυτικότερα συστηματικά μεθοδικά διεισδυτικά συγκεκριμένα τεκμηριωμένα επακριβώς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής εξήγησε λεπτομερώς τη θεωρία στους φοιτητές.
- Το συμβόλαιο περιγράφει λεπτομερώς τους όρους και τις υποχρεώσεις των μερών.
- Η αστυνομία ανέκρινε λεπτομερώς τον μάρτυρα για το περιστατικό.
- Διάβασε λεπτομερώς τις οδηγίες πριν χρησιμοποιήσεις τη συσκευή.
- Ο γιατρός εξέτασε λεπτομερώς τον ασθενή και ζήτησε περαιτέρω εξετάσεις.