ακανόνιστα

επίρρημα

1. Με τρόπο που δεν ακολουθεί σταθερό, κανονικό ή προβλέψιμο πρότυπο.

2. Με διακοπτόμενο ή ασυνεχές τρόπο, παρουσιάζοντας μεταβολές στη συχνότητα, την ένταση ή την κατανομή στον χρόνο.

Συνώνυμα

σποραδικά ασυνεχώς διακεκομμένα τυχαία ανομοιόμορφα ανώμαλα άτακτα ανοργάνωτα απρόβλεπτα ασταθώς χαοτικά διάσπαρτα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Επισκέπτεται τους γονείς του ακανόνιστα.
  • Ο σκύλος κινούταν ακανόνιστα μέσα στο σκοτάδι.
  • Ο γιατρός είπε ότι η καρδιά του χτυπάει ακανόνιστα.
  • Τα πλακάκια στο μπάνιο τοποθετήθηκαν ακανόνιστα.
  • Τα φώτα του δρόμου αναβοσβήνουν ακανόνιστα.