μεθοδικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που ακολουθεί συγκεκριμένη μέθοδο, σχέδιο και τάξη, με οργανωμένη και προσεκτική προσέγγιση.

2. Με σταθερό, προσεκτικό και συνεπή ρυθμό, χωρίς βιασύνη και με φροντίδα στη λεπτομέρεια.

Συνώνυμα

συστηματικά συστηματικώς οργανωμένα τακτικά προσεκτικά σχολαστικά επιμελώς μετρημένα συγκροτημένα δομημένα συστηματοποιημένα μεθοδευμένα οργανωτικά διεξοδικά προγραμματισμένα σκόπιμα στρατηγικά συνετά λεπτομερώς σταδιακά συνειδητά εσκεμμένα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ερευνητής εργάστηκε μεθοδικά για να συγκεντρώσει στοιχεία.
  • Η ομάδα προετοιμάστηκε μεθοδικά πριν από την παρουσίαση.
  • Καθαρίζω το εργαστήριό μου μεθοδικά κάθε Σάββατο.
  • Μαθαίνει μεθοδικά μια ξένη γλώσσα με καθημερινή εξάσκηση.
  • Ο προγραμματιστής δοκιμάζει μεθοδικά κάθε μέρος του κώδικα για σφάλματα.