σχολαστικά
επίρρημα1. Με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στις λεπτομέρειες κατά την εκτέλεση μιας ενέργειας ή εργασίας.
2. Με υπερβολική ή υπερμέτρια εστίαση στις λεπτομέρειες, με τρόπο που μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικά τυπικός.
Συνώνυμα
λεπτομερώς διεξοδικά επισταμένα επιμελώς λεπτομερειακά ενδελεχώς προσεκτικά μεθοδικά αναλυτικά συστηματικά επακριβώς προσεγμένα προσεχτικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Διάβασε σχολαστικά τις οδηγίες πριν αρχίσεις.
- Ο γιατρός εξέτασε σχολαστικά το τραύμα.
- Η μαθήτρια δούλεψε σχολαστικά για το πρότζεκτ.
- Ο επιθεωρητής έλεγξε σχολαστικά όλα τα έγγραφα.
- Δεν άκουσε σχολαστικά τις υποδείξεις και έκανε λάθη.