σταθερά
επίρρημα1. Με τρόπο που διατηρείται αμετάβλητος σε θέση, τιμή ή κατάσταση, χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις.
2. Με συνεπή ρυθμό ή ένταση κατά τη διάρκεια μιας διεργασίας ή κίνησης.
Συνώνυμα
σταθερώς αταλάντευτα στερεά συνεχώς διαρκώς αδιάκοπα αδιάλειπτα μόνιμα μονίμως αμετάβλητα σθεναρά ανυποχώρητα πάντοτε ανελλιπώς σφιχτά σταδιακά προοδευτικά συστηματικά ομαλά αδιαλείπτως αποφασιστικά βαθμιαία παντοτινά
Αντώνυμα
ασταθώς σποραδικά περιστασιακά παροδικά προσωρινά μεταβλητά εναλλασσόμενα ακανόνιστα μεταβαλλόμενα απεγνωσμένα απότομα στιγμιαία παράμετρος απρόβλεπτα αβέβαια διακεκομμένα ασύλληπτα ξαφνικά
Παραδείγματα χρήσης
- Οι τιμές του ρεύματος παραμένουν σταθερά υψηλές.
- Η θερμοκρασία αυξάνεται σταθερά κατά μισό βαθμό κάθε ώρα.
- Στην έρευνα, η σταθερά που χρησιμοποιήσαμε καθορίζει το αποτέλεσμα.
- Κράτα το φτυάρι σταθερά όταν σκάβεις για να μην τραυματιστείς.
- Η εταιρεία αυξάνει σταθερά τον κύκλο εργασιών της τα τελευταία χρόνια.