τυχαία
επίρρημαΜε τρόπο απρόβλεπτο, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, σειρά ή προφανή αιτία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βιβλίο έπεσε τυχαία από το ράφι.
- Συναντηθήκαμε τυχαία στο λεωφορείο.
- Επίλεξε τυχαία έναν αριθμό από το 1 έως το 10.
- Το αποτέλεσμα δεν ήταν τυχαία· είχε γίνει προσεκτική προετοιμασία.
- Άνοιξε τυχαία μια σελίδα και διάβασε ένα απόσπασμα.