πρόχειρα

επίρρημα

1. Με βιασύνη ή επιπολαιότητα, χωρίς προσεκτική φροντίδα ή λεπτομερή επεξεργασία.

2. Με προσωρινό ή δοκιμαστικό χαρακτήρα, όχι οριστικά ή τελικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπολόγισα πρόχειρα το κόστος, θα κάνουμε πιο ακριβείς μετρήσεις αργότερα.
  • Τον περιέγραψε πρόχειρα γιατί δεν είχε χρόνο για λεπτομέρειες.
  • Σέρβιρε πρόχειρα φαγητά για τους καλεσμένους, μέχρι να ετοιμαστεί το κυρίως πιάτο.
  • Το σχέδιο ήταν πρόχειρα σχεδιασμένο σε χαρτί και χρειάζεται επεξεργασία.
  • Φάγαμε πρόχειρα στο διάλειμμα και επιστρέψαμε στη δουλειά.