επιμελώς
επίρρημαΜε τρόπο που χαρακτηρίζεται από συστηματική και μεθοδική φροντίδα, όπου δίνεται χρόνος και προσοχή στις λεπτομέρειες ώστε να εξασφαλίζεται ακρίβεια και πληρότητα στο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
σχολαστικά ενδελεχώς διεξοδικά ευσυνείδητα μεθοδικά συστηματικά προσεκτικά προσεχτικά κοπιαστικά λεπτομερώς εργατικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Διάβασε το κείμενο επιμελώς πριν από την εξέταση.
- Οι μαθητές προετοίμασαν επιμελώς την παρουσίασή τους.
- Ο ζωγράφος φρόντισε επιμελώς κάθε λεπτομέρεια του πίνακα.
- Ο δικηγόρος επιμελώς απέκρυψε τα επίμαχα έγγραφα.
- Επιμελώς απέφευγε κάθε συζήτηση για το θέμα.