αραιά

επίρρημα

1. Με μικρό αριθμό εμφανίσεων ή επαναλήψεων σε σχέση με τον αναμενόμενο χρόνο ή τη συχνότητα.

2. Με μικρή πυκνότητα ή συγκέντρωση, διασκορπισμένα σε χώρο ή σε κάποιο μέσο.

Συνώνυμα

σπάνια σπανίως σποραδικά διάσπαρτα αραιωμένα ενίοτε λεπτά ψιλά σπανά φτωχά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πηγαίνω στο γυμναστήριο αραιά.
  • Τον βλέπω αραιά και που επειδή μένει στο εξωτερικό.
  • Τα μαλλιά της είναι αραιά, γι' αυτό προτιμάει κοντά κουρέματα.
  • Στον ουρανό υπήρχαν αραιά σύννεφα και φαινόταν πολύ ο ήλιος.
  • Τα δέντρα στο πάρκο φυτεύτηκαν αραιά, οπότε το μονοπάτι φαίνεται φωτεινό.