ενδελεχώς
επίρρημα1. Με τρόπο λεπτομερή και διεξοδικό, εξετάζοντας ή ενεργώντας μέχρι κάθε λεπτομέρεια.
2. Κατά τρόπο που δεν αφήνει εκκρεμότητες ή παραλείψεις.
Συνώνυμα
λεπτομερώς εξονυχιστικά διεξοδικά αναλυτικά σχολαστικά προσεκτικά εκτενώς επιμελώς συστηματικά εντατικά ολοκληρωτικά συγκεκριμένα ριζικά πλήρως
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ερεύνησαν ενδελεχώς την υπόθεση πριν καταλήξουν σε συμπέρασμα.
- Διάβασα ενδελεχώς τις οδηγίες χρήσης πριν συνδέσω τη συσκευή.
- Ο γιατρός εξέτασε ενδελεχώς τον ασθενή και ζήτησε επιπλέον εξετάσεις.
- Η ομάδα ανέλυσε ενδελεχώς τα δεδομένα για να εντοπίσει τυχόν σφάλματα.
- Ο δικηγόρος μελέτησε ενδελεχώς τα έγγραφα πριν τη δίκη.