επίσκοπος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο εντός χριστιανικής εκκλησίας, χειροτονημένος κληρικός που έχει την πνευματική, λειτουργική και διοικητική ευθύνη μιας επισκοπής, τελεί ιεροπραξίες και μυστήρια, και παρέχει καθοδήγηση και πειθαρχία στο ποίμνιο και τον κλήρο.
Συνώνυμα
δεσπότης μητροπολίτης αρχιεπίσκοπος πρεσβύτερος κληρικός ιερέας ιερωμένος πάπας παπάς ποιμένας προϊστάμενος επικεφαλής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επίσκοπος προσευχήθηκε πριν από τη θεία λειτουργία.
- Ο Αλέξανδρος, επίσκοπος της επαρχίας, μίλησε για την κοινωνική αλληλεγγύη.
- Στο βυζαντινό έγγραφο, ο επίσκοπος αναλάμβανε και διοικητικά καθήκοντα.
- Στη συνάντηση της εταιρείας, ο υπεύθυνος λειτουργούσε σαν επίσκοπος, επιβλέποντας όλα τα έργα.
- Ο νέος επίσκοπος θεωρείται πρότυπο αφοσίωσης.