ακαδημαϊκός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με την ακαδημία, την επιστημονική ή πανεπιστημιακή έρευνα, τη διδασκαλία και τις θεωρητικές σπουδές.

2. Που χαρακτηρίζεται από μεθοδική, θεωρητική ή τυπική προσέγγιση σε θέματα γνώσης, έρευνας ή αξιολόγησης.

Συνώνυμα

πανεπιστημιακός καθηγητής ερευνητής επιστήμων διδάσκων θεωρητικός διανοούμενος επιστήμονας σχολικός μελετητής σχολαστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ακαδημαϊκός παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνάς του στο συνέδριο.
  • Το ακαδημαϊκό έτος αρχίζει τον Σεπτέμβριο.
  • Οι ακαδημαϊκοί συναντήθηκαν για να συζητήσουν τη νέα πρόταση χρηματοδότησης.
  • Η ακαδημαϊκή κοινότητα εξέφρασε ανησυχίες για την ανεξαρτησία των πανεπιστημίων.
  • Η συζήτηση παρέμεινε ακαδημαϊκή και δεν προχώρησε σε πρακτικές λύσεις.