θεωρητικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τη θεωρία ή ανήκει στον χώρο της θεωρίας, εστιάζοντας σε έννοιες, αρχές και αφηρημένες σχέσεις παρά στην άμεση εφαρμογή.
Συνώνυμα
υποθετικός αφηρημένος ακαδημαϊκός φιλοσοφικός συλλογιστικός επιστημονικός διανοούμενος διανοητής στοχαστής επιστήμονας θεωρηματικός σχολαστικός ανύπαρκτος ερευνητής πιθανός
Αντώνυμα
πρακτικός εμπειρικός εφαρμοσμένος πρακτική τεχνικός πειραματικός χειροπιαστός πραγματικός πραγματιστής πρακτικιστής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θεωρητικός της μουσικής παρουσίασε νέες ιδέες για την αρμονία.
- Σε θεωρητικό επίπεδο το πείραμα επαληθεύει την υπόθεση, αλλά στην πράξη υπάρχουν περιορισμοί.
- Η θεωρητική προσέγγιση στο μάθημα βοηθά τους φοιτητές να κατανοήσουν τις έννοιες πριν τις εφαρμογές.
- Οι θεωρητικοί της φυσικής διαφωνούν για το νέο μοντέλο.
- Το άρθρο είναι κυρίως θεωρητικό, όχι εμπειρικό.