βοηθητικός

επίθετο

1. Που παρέχει βοήθεια ή στήριξη σε άτομο, ομάδα ή εργασία, διευκολύνοντας την εκτέλεση ή την επίτευξη ενός σκοπού.

Συνώνυμα

χρήσιμος υποβοηθητικός εξυπηρετικός υπηρετικός υποστηρικτικός ωφέλιμος διευκολυντικός ενισχυτικός συμπαραστατικός αρωγός καθοδηγητικός δευτερεύων δευτερογενής επωφελής ευεργετικός πρακτικός συνεργατικός συμβουλευτικός βολικός αγαθός συμφέρων

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βοηθητικός συνάδελφος πρόθυμα με βοήθησε να τελειώσω τη δουλειά.
  • Η βοηθητική νοσοκόμα εξήγησε τη διαδικασία με υπομονή.
  • Το βοηθητικό πρόγραμμα εγκαταστάθηκε στον υπολογιστή.
  • Οι βοηθητικοί πόροι στο μάθημα περιλαμβάνουν βίντεο και σημειώσεις.
  • Το ρήμα 'έχω' λειτουργεί ως βοηθητικό σε πολλούς σύνθετους χρόνους.