αντιπαραγωγικός

επίθετο

1. Που μειώνει την παραγωγικότητα, την απόδοση ή την αποτελεσματικότητα ενός ατόμου, ομάδας, τρόπου εργασίας ή διαδικασίας.

2. Που προκαλεί άσκοπη σπατάλη χρόνου, πόρων ή ενέργειας και εμποδίζει την επίτευξη στόχων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καθυστέρηση στην απόφαση ήταν αντιπαραγωγική και κόστισε χρόνο.
  • Οι συνεχείς διακοπές στην εργασία ήταν αντιπαραγωγικές για την ομάδα.
  • Το μέτρο απέβη αντιπαραγωγικό και αύξησε αντί να μειώσει το κόστος.
  • Η έντονη αντιπαράθεση στη συνάντηση ήταν αντιπαραγωγική και εμπόδισε κάθε πρόοδο.
  • Οι δοκιμαστικές μέθοδοι αποδείχθηκαν αντιπαραγωγικές και καθυστέρησαν τα αποτελέσματα.
  • Ο υπερβολικός έλεγχος αποδείχθηκε αντιπαραγωγικός για τη διοίκηση.